οικολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικολογία | - |
| Γενική | οικολογίας | - |
| Αιτιατική | οικολογία | - |
| Κλητική | οικολογία | - |
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
οικολογία θηλυκό
- (βιολογία) η μελέτη του μεγέθους και της διάδοσης των πληθυσμών των ζώντων οργανισμών
- η ενασχόληση με το περιβάλλον ως παράμετρος της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης
- οικολογία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
κλάδος της βιολογίας