ουδός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ουδός < αρχαία ελληνική οὐδός
[
]
Ουσιαστικό
ουδός αρσενικό
- το κατώφλι
- η ελάχιστη απαιτούμενη ένταση ενός ερεθίσματος ώστε αυτό να γίνει αντιληπτό