παράρτημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παράρτημα | παραρτήματα |
| γενική | παραρτήματος | παραρτημάτων |
| αιτιατική | παράρτημα | παραρτήματα |
| κλητική | παράρτημα | παραρτήματα |
Ετυμολογία [
]
- παράρτημα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
παράρτημα ουδέτερο