προίκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προίκα προίκες
γενική προίκας προικών
αιτιατική προίκα προίκες
κλητική προίκα προίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προίκα < αρχαία ελληνική προίξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προίκα θηλυκό (γενική: προίκας και προικός)

  1. τα περιουσιακά στοιχεία (κυρίως ακίνητα και χρήματα) που στις παραδοσιακές κοινωνίες έδινε η οικογένεια της νύφης στο γαμπρό για την οικονομική εξασφάλιση της νέας οικογένειας
  2. τα είδη ρουχισμού και τα λοιπά κινητά αντικείμενα που ετοίμαζε η νύφη και η οικογένειά της για τον εξοπλισμό του νέου σπιτικού
    είδη προικός
  3. (μεταφορικά) η αναγκαία χρηματοδότηση για να λειτουργήσει σωστά κάτι
    5% του προϋπολογισμού προίκα για την παιδεία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]