προίκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προίκα | προίκες |
| γενική | προίκας | προικών |
| αιτιατική | προίκα | προίκες |
| κλητική | προίκα | προίκες |
Ετυμολογία [
]
- προίκα < αρχαία ελληνική προίξ
Ουσιαστικό [
]
προίκα θηλυκό (γενική: προίκας και προικός)
- τα περιουσιακά στοιχεία (κυρίως ακίνητα και χρήματα) που στις παραδοσιακές κοινωνίες έδινε η οικογένεια της νύφης στο γαμπρό για την οικονομική εξασφάλιση της νέας οικογένειας
- τα είδη ρουχισμού και τα λοιπά κινητά αντικείμενα που ετοίμαζε η νύφη και η οικογένειά της για τον εξοπλισμό του νέου σπιτικού
- είδη προικός
- (μεταφορικά) η αναγκαία χρηματοδότηση για να λειτουργήσει σωστά κάτι
- 5% του προϋπολογισμού προίκα για την παιδεία