σμέουρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σμέουρο | σμέουρα |
| γενική | σμέουρου | σμέουρων |
| αιτιατική | σμέουρο | σμέουρα |
| κλητική | σμέουρο | σμέουρα |
Ετυμολογία [
]
- σμέουρο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
σμέουρο ουδέτερο
- καρπός της σμεουριάς, μικρό χυμώδες κόκκινο φρούτο με γλυκόξινη γεύση, που μοιάζει στην όψη και είναι συγγενές με το βατόμουρο
- Ἄχ, τί ὡραῖα σμέουρα καὶ φράουλες! εἶπε χαρούμενη ἡ Παλάβω. (Π.Σ. Δέλτα, Παραμύθι χωρὶς ὄνομα, 1910)