συγγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συγγενής < αρχαία ελληνική συγγενής < από τις λέξεις συν + γένος, που είναι από το ίδιο γένος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /si.ɟε.ˈnis/ ή /si.ŋɟε.ˈnis/

[] Open book 01.svg Επίθετο

πτώση ενικός
ονομαστική συγγενής συγγενής συγγενές
γενική συγγενούς συγγενούς συγγενούς
αιτιατική συγγενή συγγενή συγγενές
κλητική συγγενή(ς) συγγενής συγγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγγενείς συγγενείς συγγενή
γενική συγγενών συγγενών συγγενών
αιτιατική συγγενείς συγγενείς συγγενή
κλητική συγγενείς συγγενείς συγγενή

συγγενής αρσενικό ή θηλυκό, συγγενές ουδέτερο

  1. που προέρχεται από το ίδιο γένος
  2. (κατ' επέκταση) που συγγενεύει, που έχει κοινή προέλευση ή κοινά χαρακτηριστικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ομοειδής, παραπλήσιος, παρόμοιος
    συγγενείς γλώσσες, συγγενής ιδεολογία
  3. που είναι χαρακτηριστικός ενός συνόλου (ανθρώπου, κατάστασης, πράγματος)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έμφυτος, σύμφυτος
  4. (ιατρική) οι εκ γενετής παθήσεις ή ανωμαλίες, αυτές δηλαδή που υπάρχουν από τη γέννηση και δεν είναι επίκτητες
    συγγενείς ασθένειες

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συγγενής συγγενείς
γενική συγγενή συγγενών
αιτιατική συγγενή συγγενείς
κλητική συγγενή συγγενείς

συγγενής αρσενικό ή θηλυκό και συγγένισσα θηλυκό

  • πρόσωπο που συνδέεται με κάποιο άλλο μέσω βιολογικής ή θεσμικής σχέσης (συγγένειας)
κάλεσα στα γενέθλιά μου πολλούς συγγενείς
δείτε τη λέξη: συγγενείς

[] Εκφράσεις

  • φτωχός συγγενής : αυτός που είναι ή αισθάνεται μειονεκτικά στην ομάδα όπου ανήκει

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ συγγενής τὸ συγγενές οἱ, αἱ συγγενεῖς τὰ συγγεν
Γενική τοῦ, τῆς συγγενοῦς τοῦ συγγενοῦς τῶν συγγενῶν τῶν συγγενῶν
Δοτική τῷ, τῇ συγγενεῖ τῷ συγγενεῖ τοῖς, ταῖς συγγενέσι τοῖς συγγενέσι
Αιτιατική τὸν, τὴν συγγεν τὸ συγγενές τοὺς, τὰς συγγενεῖς τὰ συγγεν
Κλητική συγγενές συγγενές συγγενεῖς συγγεν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική συγγενεῖ
Γενική-Δοτική συγγενοῖν


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συγγενής < σύν + γένος

[] Open book 01.svg Επίθετο

συγγενής αρσενικό ή θηλυκό, συγγενές ουδέτερο

  • που υπάρχει εκ γενετής
  • ο έμφυτος
  • που ανήκει ή αναφέρεται στην ίδια οικογένεια
  • (μεταφορικά) ομοειδής

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

  • ο συγγενής· που ανήκει στην ίδια οικογένεια
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες