συνταγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συνταγή | συνταγές |
| γενική | συνταγής | συνταγών |
| αιτιατική | συνταγή | συνταγές |
| κλητική | συνταγή | συνταγές |
[
]
Ετυμολογία
- συνταγή < αρχαία ελληνική συνταγή
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /si.nda.ˈʝi/
[
]
Ουσιαστικό
συνταγή θηλυκό
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ουσιαστικό
συνταγή θηλυκό
- που έχει καθοριστεί με συμφωνία, τα συμφωνημένα