φιλότιμο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φιλότιμο | φιλότιμα |
| γενική | φιλότιμου | φιλότιμων |
| αιτιατική | φιλότιμο | φιλότιμα |
| κλητική | φιλότιμο | φιλότιμα |
[
]
Ετυμολογία
- φιλότιμο < φιλότιμος
[
]
Ουσιαστικό
φιλότιμο ουδέτερο
- αξιοπρέπεια, τιμή, περηφάνια, το χαρακτηριστικό εκείνου που είναι συχνά υπέρ το δέον συνεπής προς τις υποχρεώσεις του, που πρόθυμα εκτελεί τα καθήκοντά του, με ευσυνειδησία, εκείνου που δεν θέλει να δίνει δικαιώματα να θιγεί η τιμή και η υπόληψή του
[
] Εκφράσεις
- Από τότε που ήρθε η συγγνώμη, έφυγε το φιλότιμο : ότι η δυνατότητα να ζητεί κάποιος συγγνώμη και να συγχωρείται, χαλαρώνει τη συνείδησή του και δεν πιέζει τον εαυτό του να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του, να μη δίνει δικαιώματα για να θιγεί η τιμή και η υπόληψή του -αφού αυτές θεωρεί ότι αποκαθίστανται με τη συγγνώμη
- Για ένα φιλότιμο ζει ο άνθρωπος
- Με έφερε στο φιλότιμο
[
]
Μεταφράσεις
φιλότιμο