ωραίος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ωραίος | ωραία | ωραίο |
| γενική | ωραίου | ωραίας | ωραίου |
| αιτιατική | ωραίο | ωραία | ωραίο |
| κλητική | ωραίε | ωραία | ωραίο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ωραίοι | ωραίες | ωραία |
| γενική | ωραίων | ωραίων | ωραίων |
| αιτιατική | ωραίους | ωραίες | ωραία |
| κλητική | ωραίοι | ωραίες | ωραία |
Ετυμολογία [
]
- ωραίος < αρχαία ελληνική ὡραῖος
Προφορά[
]
Επίθετο [
]
ωραίος, -α, -ο
- που έχει αρεστά χαρακτηριστικά
- που προακαλεί ευχάριστη αίσθηση
- που προακαλεί θαυμασμό ή ενδιαφέρον
- που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες
- (καιρός) που είναι ευχάριστα αποδεκτός