Αβακόπουλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Αβακόπουλος Αβακόπουλοι & Αβακοπουλαίοι1
γενική Αβακόπουλου
& Αβακοπούλου
Αβακόπουλων2 & Αβακοπουλαίων
αιτιατική Αβακόπουλο Αβακόπουλους3 & Αβακοπουλαίους
κλητική Αβακόπουλε Αβακόπουλοι & Αβακοπουλαίοι
 1. οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι
 2. παρωχημένη γενική πληθυντικού: Αβακοπούλων
 3. παρωχημένη αιτιατική πληθυντικού: Αβακοπούλους

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αβακόπουλος < + -όπουλος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αβακόπουλος αρσενικό (θηλυκό Αβακοπούλου)

Μεταγραφές[επεξεργασία]