Βασιλικούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Βασιλικούλα Βασιλικούλες
γενική Βασιλικούλας
αιτιατική Βασιλικούλα Βασιλικούλες
κλητική Βασιλικούλα Βασιλικούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βασιλικούλα < Βασιλικ(ή) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βασιλικούλα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε Βασιλική