Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «δοτική»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
8 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 7 έτη
μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Προσθ.)
μ
# {{γραμμ}} η τρίτη [[πτώση]], αρχαίας ελληνικής και καθαρεύουσας, στην οποία τίθεται οποιοδήποτε πτωτικό μέρος του λόγου, στον ενικό και πληθυντικό αριθμό.
# η [[πτώση]] των ονομάτων που δηλώνει συνήθως το έμμεσο αντικείμενο, το πρόσωπο που δέχεται την ενέργεια του ρήματος κατά την έννοια δια, ή συν ή μέσω του / της / του
#: ''στις φράσεις '''«δόξα τω Θεώ»''', ''τοις μετρητοίς»''' κ.ά έχουμε επιβίωση στα νέα ελληνικά μιας αρχαίας '''δοτικής'''''
#: ''με την αρχαία ελληνική '''δοτική''' ταυτίστηκαν οι αρχαιότερες πτώσεις της τοπικής και της οργανικής''
#: ''στα νέα ελληνικά η δοτική έχει δώσει τη θέση της σε εμπρόθετα με τις προθέσεις [[σε]] και [[με]]'', πλην όμως συνεχίζεται να χρησιμοποιείται και στη δημοτική σε πάγιες εκφράσεις
18.941

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης