Φωτεινή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fo.tiˈni/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Φω‐τει‐νή
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Φωτεινή | οι | Φωτεινές |
| γενική | της | Φωτεινής | — | |
| αιτιατική | τη | Φωτεινή | τις | Φωτεινές |
| κλητική | Φωτεινή | Φωτεινές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
- Φωτεινή < ελληνιστική κοινή Φωτεινή < φωτεινή, θηλυκό του φωτεινός
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φωτεινή θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Φωτεινή < γενική ενικού του αρσενικού Φωτεινής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φωτεινή θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Φωτεινής)
Μεταγραφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - ονόματα από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία επώνυμα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)