άγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγμα άγματα
γενική άγματος αγμάτων
αιτιατική άγμα άγματα
κλητική άγμα άγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγμα < αρχαία ελληνική ἄγνυμι (θραύω, σπάω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγμα ουδέτερο

  1. ρινικός φθόγγος (ρινικό σύμφωνο) που σχηματίζεται στο πίσω μέρος του ουρανίσκου (μαλακή υπερώα) και μοιάζει ακουστικά με με τον φθόγγο [n] (με τη διαφορά ότι ο τελευταίος σχηματίζεται στο μπροστινό μέρος του στόματος ανάμεσα στη γλώσσα και στα φατνία των ούλων και όχι στον ουρανίσκο)
  2. το σύμβολο [ŋ] του φθόγγου αυτού στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο
Σημείωση
Στη γραφή ο φθόγγος αυτός συμβολίζεται με το γράμμα γάμα: <γ>.
Παραδείγματα λέξεων με άγμα στην προφορά τους
αγχος [áŋχos], άγγαρία [aŋgaría], αγχόνη [aŋχóni], έγχορδο [éŋχorδo], αγκάθι [aŋgáθi], έγγραφο [éŋγrafo], έγκατα [éŋgata], συγγραφέας [siŋγraféas], ελέγχω [eléŋχo], σαλπιγκτής [salpiŋktís], πλαγκτόν [plaŋktón].

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]