Μετάβαση στο περιεχόμενο

ένσημο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ένσημο τα ένσημα
      γενική του ενσήμου
& ένσημου
των ενσήμων
    αιτιατική το ένσημο τα ένσημα
     κλητική ένσημο ένσημα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ένσημο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἔνσημον (νόμισμα με σφραγίδα)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ένσημο ουδέτερο

  1. ειδικό κομμάτι χαρτιού, σαν γραμματόσημο, που δίνονταν παλιότερα από το κράτος ή άλλο ασφαλιστικό οργανισμό σαν αποδεικτικό ότι έχουν πληρωθεί ασφαλιστικές εισφορές
    τα βιβλιάρια ενσήμων έχουν πια καταργηθεί αλλά μπορεί να χρειαστούν σαν αποδεικτικά
  2. (κατ’ επέκταση) (συνήθως στον πληθυντικό) ο αριθμός των ημερών ή το ποσό που αφορά το παραπάνω αποδεικτικό
    • (ειδικότερα) ο αριθμός των ημερών που είναι συντάξιμες
      για να μπορείς να βγάλεις βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ χρειάζεσαι τουλάχιστον εξήντα ένσημα μέσα στον προηγούμενο χρόνο ή στο τελευταίο δεκαπεντάμηνο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]