αβαρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβαρικός αβαρική αβαρικό
γενική αβαρικού αβαρικής αβαρικού
αιτιατική αβαρικό αβαρική αβαρικό
κλητική αβαρικέ αβαρική αβαρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβαρικοί αβαρικές αβαρικά
γενική αβαρικών αβαρικών αβαρικών
αιτιατική αβαρικούς αβαρικές αβαρικά
κλητική αβαρικοί αβαρικές αβαρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαρικός < μεσαιωνική ελληνική ἀβαρικός < Ἄβαρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβαρικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με τους Αβάρους ή αναφέρεται σ' αυτούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]