αβρότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αβρότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁβρότης.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε αβρ(ός) + -ότητα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈvɾo.ti.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βρό‐τη‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αβρότητα θηλυκό
- η λεπτότητα και η διακριτικότητα που συνδυάζονται με ευγένεια στη συμπεριφορά και την ομιλία
- ※ Μπορεί λίγο αργότερα οι τόνοι να ανέβηκαν επικίνδυνα στη συνέντευξη Τύπου μεταξύ του έλληνα υπουργού Εξωτερικών και του τούρκου ομολόγου του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, αλλά η διπλωματική αβρότητα τηρήθηκε.
- Διπλωματική αβρότητα στην Αγκυρα, παρά την ένταση, Το Βήμα , 19 Απριλίου 2021
- ※ Μπορεί λίγο αργότερα οι τόνοι να ανέβηκαν επικίνδυνα στη συνέντευξη Τύπου μεταξύ του έλληνα υπουργού Εξωτερικών και του τούρκου ομολόγου του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, αλλά η διπλωματική αβρότητα τηρήθηκε.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αβρότητα
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αβρότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αβρότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)