αγγλόφερτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αγγλόφερτος αγγλόφερτη αγγλόφερτο
γενική αγγλόφερτου αγγλόφερτης αγγλόφερτου
αιτιατική αγγλόφερτο αγγλόφερτη αγγλόφερτο
κλητική αγγλόφερτε αγγλόφερτη αγγλόφερτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγγλόφερτοι αγγλόφερτες αγγλόφερτα
γενική αγγλόφερτων αγγλόφερτων αγγλόφερτων
αιτιατική αγγλόφερτους αγγλόφερτες αγγλόφερτα
κλητική αγγλόφερτοι αγγλόφερτες αγγλόφερτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

αγγλο- + φέρνω + -ος, -τη , -το

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  • αγγλικής προέλευσης