αγγλόφρονας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγλο- + φρονώ + -ας

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο αγγλόφρονας, αγγλόφρονη, αγγλόφρονο - κυρίως ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο εμφανίζεται πάντα ως ουσιαστικό

  • αυτός που πολιτικά επιδιώκει πρωτίστως την αγγλική συμμαχία και θεωρεί πρωτεύουσα την συστράτευση με την Μεγάλη Βρετανία
  • αυτός που αποδέχεται το αγγλικό πολιτικό πλάνο σε άλλη χώρα απ' την αγγλία (συνήθως την πατρίδα του)