Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγιογράφος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἁγιόγραφος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αγιογράφος οι αγιογράφοι
      γενική του/της αγιογράφου των αγιογράφων
    αιτιατική τον/την αγιογράφο τους/τις αγιογράφους
     κλητική αγιογράφε αγιογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγιογράφος < αγιο- + -γράφος.[1] Διαφορετικό το ελληνιστικό ἁγιόγραφος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ʝi.oˈɣɾa.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγιογράφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγιογράφος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Διαφορετικής σημασίας είναι το γαλλικό hagiographe, το αγγλικό hagiographer

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγιογράφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)