αγιογράφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αγιογράφος < αγιο- + -γράφος.[1] Διαφορετικό το ελληνιστικό ἁγιόγραφος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ʝi.oˈɣɾa.fos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γι‐ο‐γρά‐φος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αγιογράφος αρσενικό ή θηλυκό
- (ζωγραφική, επάγγελμα) ζωγράφος που εικονογραφεί το εσωτερικό ναών με θρησκευτικά θέματα ή ζωγραφίζει θρησκευτικές φορητές εικόνες
Ο αγιογράφος εργάζεται επί μήνες για την εικονογράφηση του κεντρικού τρούλου της εκκλησίας.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]Διαφορετικής σημασίας είναι το γαλλικό hagiographe, το αγγλικό hagiographer
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγιογράφος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγιογράφος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγιογράφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αγιο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γράφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ζωγραφική (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)