αγιογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγιογράφος αγιογράφοι
γενική αγιογράφου αγιογράφων
αιτιατική αγιογράφο αγιογράφους
κλητική αγιογράφε αγιογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιογράφος < άγιος + γράφω (=ζωγραφίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγιογράφος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Προσοχή στη διαφορά της σημασίας με το γαλλικό hagiographe, το αγγλικό hagiographer κλπ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]