αγιογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγιογραφία οι αγιογραφίες
      γενική της αγιογραφίας των αγιογραφιών
    αιτιατική την αγιογραφία τις αγιογραφίες
     κλητική αγιογραφία αγιογραφίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγιογραφία < αγιογράφος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγιογραφία θηλυκό

  1. η τέχνη του να ζωγραφίζεις μορφές αγίων και θρησκευτικές παραστάσεις
    σπουδάζω βυζαντινή αγιογραφία
  2. ζωγραφική απεικόνιση αγίων και θρησκευτικών σκηνών
    ο ναός είναι διακοσμημένος με πολύ όμορφες αγιογραφίες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]