αγχίνοια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγχίνοια οι αγχίνοιες
      γενική της αγχίνοιας των αγχινοιών
    αιτιατική την αγχίνοια τις αγχίνοιες
     κλητική αγχίνοια αγχίνοιες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγχίνοια < αρχαία ελληνική ἀγχίνοια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγχίνοια θηλυκό

  1. οξύνοια, ή οξύτητα του νου, η εξυπνάδα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]