αερολιμενάρχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερολιμενάρχης < αερολιμένας + -άρχης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αερολιμενάρχης αρσενικό

  1. (αεροπορικός όρος): ο επικεφαλής τω υπηρεσιών ενός αεροδρομίου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]