ακαθισιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαθισιά < α- + καθισ- (καθίζω) + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακαθισιά θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) το να μην κάθεται κάποιος ήρεμα, το να κινείται συνεχώς

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]