ακεραιότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ακεραιότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκεραιότης, από την αιτιατική ἀκεραιότητα < αρχαία ελληνική ἀκέραιος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ακεραιότητα θηλυκό
- η απόλυτη εντιμότητα μιας προσωπικότητας
- ※ Ο Χάρτης δεν θίγει ουδαμώς το δικαίωμα των κρατών μελών να νομοθετούν στον τομέα της δημόσιας ηθικής, του οικογενειακού δικαίου καθώς και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του σεβασμού της ανθρώπινης σωματικής και ηθικής ακεραιότητας. (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, C 202/358, 7/6/2016 )
η ακεραιότητα των δικαστικών λειτουργών είναι ιδιαίτερα σημαντική
- η σωματική αρτιμέλεια
φοβήθηκα για την ακεραιότητά του όταν έμαθα ότι ήρθε στα χέρια με έναν παλαιστή- ※ Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατεύει την υγεία τους, τη ζωή και την ακεραιότητά τους. (Γραφείο Τύπου, Δήμος Πάρου, 17/12/2024, paros.gr )
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)