ακροσωλήνιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροσωλήνιο ακροσωλήνια
γενική ακροσωληνίου ακροσωληνίων
αιτιατική ακροσωλήνιο ακροσωλήνια
κλητική ακροσωλήνιο ακροσωλήνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροσωλήνιο < άκρη < σωλήνας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροσωλήνιο ουδέτερο, πληθυντικός ακροσωλήνια

  1. η χειριζόμενη άκρη οποιουδήποτε σωλήνα, π.χ. αμμοβολής, υδροβολής, φλογοβόλου κ.λπ.
  2. ειδικότερα το μεταλλικό εξάρτημα που φέρεται στην άκρη του πυροσβεστήρα ή του πυροσβεστικού σωλήνα (μάνικα) που χειρίζεται ο πυροσβέστης
    υπάρχουν διάφοροι τύποι ακροσωληνίων καθώς και μικτής εξακόντισης είτε σε δέσμη (τζετ), είτε σε διασπορά (σπρέι) για καταιονισμό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]