αμμοβολή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμμοβολή αμμοβολές
γενική αμμοβολής αμμοβολών
αιτιατική αμμοβολή αμμοβολές
κλητική αμμοβολή αμμοβολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμμοβολή < άμμος + -ο- + βολή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμμοβολή θηλυκό

  1. βολή μέ άμμο
  2. (τεχνολογία) μέθοδος καθαρισμού μεγάλης επιφάνειας, ή αφαίρεσης μπογιάς, σκουριάς, βερνικιού, κ.ά., ή ακόμα εγγραφής (υαλουργία), με εκτόξευση άμμου προς αυτήν
  3. (ναυτικός όρος) συνήθης τρόπος καθαρισμού, αποχρωματισμού και αποσκωρίασης μεγάλων επιφανειών των πλοίων (υφάλων εξάλων) κατά τους δεξαμενισμούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]