αλευρίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Αλευρίτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευρίτης αλευρίτες
γενική αλευρίτη αλευριτών
αιτιατική αλευρίτη αλευρίτες
κλητική αλευρίτη αλευρίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευρίτης < αλεύρι + -ίτης < αρχαία ελληνική ἀλευρίτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευρίτης αρσενικό, πληθυντικός αλευρίτες

  1. η αλευριά των αρχαίων Ελλήνων ("αλευρίτης άρτος")
  2. είδος σιταριού που περιέχει πολύ αλεύρι και αντίθετα πολύ λίγο πίτουρο
  3. χιόνι με πολύ ψιλές νιφάδες
  4. (ιατρική): παιδική ασθένεια που προκαλεί αλευρώδη επιδερμίδα
  5. (γεωλογία): πληθυντικός αλευρίτες: λεπτόκοκκοι άργιλοι ενδιάμεσου μεγέθους μεταξύ ψαμμιτών και πηλιτών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]