πίτουρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίτουρο πίτουρα
γενική πίτουρου πίτουρων
αιτιατική πίτουρο πίτουρα
κλητική πίτουρο πίτουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίτουρο < αρχαία ελληνική πίτυρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίτουρο ουδέτερο

  1. το περικάρπιο του σιτόκοκκου
  2. τα υπολείμματα του φλοιού των δημητριακών που διαχωρίζονται από το αλεύρι μετά το άλεσμα και χρησιμοποιούνται κυρίως για ζωοτροφή
    το ψωμί ολικής άλεσης, που περιέχει και πίτουρο, είναι πλουσιότερο σε φυτικές ίνες από το λευκό ψωμί

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ακριβός στα πίτουρα και φθηνός στο αλεύρι : για κάποιον που ξοδεύει πολλά σε μη σημαντικά πράγματα και λίγα στα πιο σημαντικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]