ανάφλεξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανάφλεξη < αναφλέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανάφλεξη θηλυκό

  1. η αιφνίδια μετάδοση φλόγας
  2. η εκδήλωση φωτιάς
  3. (μηχανολογία): η παραγωγή ηλεκτρικού σπινθήρα σε κύλινδρο κινητήρα από τον αναφλεκτήρα, ή σπινθηριστή, ή το κοινώς λεγόμενο μπουζί, μέσω του συστήματος ανάφλεξης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]