αναφυλαξία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναφυλαξία αναφυλαξίες
γενική αναφυλαξίας αναφυλαξιών
αιτιατική αναφυλαξία αναφυλαξίες
κλητική αναφυλαξία αναφυλαξίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναφυλαξία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anaphylaxie < αρχαία ελληνική ἀνά + φύλαξις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναφυλαξία θηλυκό

  1. (ιατρική) οξεία αιφνίδια αλλεργική αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει θάνατο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]