Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανιθαγενής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ανιθαγενής οι ανιθαγενείς
      γενική του
του/της
ανιθαγενή
ανιθαγενούς
των ανιθαγενών
    αιτιατική τον/την ανιθαγενή τους/τις ανιθαγενείς
     κλητική ανιθαγενή ανιθαγενείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού,
σε -ους, σε -η, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «συγγενής».
Κατηγορία όπως «συγγενής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανιθαγενής < Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ιθαγενής.  δείτε και το αγγλικό stateless

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ni.θa.ʝeˈnis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανιθαγενής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανιθαγενής αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ανιθαγενής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)