ιθαγένεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιθαγένεια ιθαγένειες
γενική ιθαγένειας ιθαγενειών
αιτιατική ιθαγένεια ιθαγένειες
κλητική ιθαγένεια ιθαγένειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιθαγένεια < ιθαγενής + -εια < αρχαία ελληνική ἰθαγενής / ἰθαιγενής (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική indigénat)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.θa.ˈʝɛ.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιθαγένεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του πολίτη ενός κράτους και τα δικαιώματα που αυτή συνεπάγεται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]