αντιπυρά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αντιπυρά αντιπυρές
γενική αντιπυράς αντιπυρών
αιτιατική αντιπυρά αντιπυρές
κλητική αντιπυρά αντιπυρές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντιπυρά < αντι- + πυρά ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική contre-feu)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιπυρά θηλυκό

  • ο αντεμπρησμός
    Παράξενο στο άκουσμα, στο ευρύ κοινό, αλλά όχι στο πυροσβεστικό γίγνεσθαι, όπου ο λεγόμενος αντεμπρησμός, ή αντιπυρκαγιά, ή αντιπυρά, αποτελεί μια από τις λεγόμενες «έμμεσες ξηρές μεθόδους κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών. Με τη συγκεκριμένη μέθοδο, οι πυροσβέστες βάζουν φωτιά προκαλώντας μέτωπο πυρκαγιάς αντίθετα από τη διεύθυνση του ανέμου, με σκοπό να πλησιάσουν το κύριο μέτωπο της δασικής φωτιάς και να το εξουδετερώσουν. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]