αντισημιτισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντισημιτισμός αρσενικό
- η διατύπωση ρατσιστικών απόψεων ή ακόμα και η άσκηση βίας εναντίον ατόμων εβραϊκής καταγωγής ή θρησκεύματος
- ※ Ο αντισημιτισμός, που ενδημούσε παλαιόθεν στις χώρες της χριστιανικής Ευρώπης, βρήκε τη φρικώδη κορύφωσή του στο Ολοκαύτωμα. Η υποβόσκουσα εχθρότης έναντι των Εβραίων, προϊόν δαιμονοποίησης με θρησκευτική αφετηρία, καθώς και η καταλαλιά για ορισμένα στοιχεία της συμπεριφοράς τους (τοκογλυφία, αυτοπροστατευτική απομόνωση κ.ά.), εξηγήσιμα ως παράγοντες επιβίωσης σε συχνά άξενο περιβάλλον, κωδικοποιήθηκαν εγκληματικά από τη χιτλερική Γερμανία και συγκρότησαν το πιο χυδαίο κατηγορώ εναντίον ανθρώπων, με αφορμή την καταγωγή τους. Η φρίκη του Ολοκαυτώματος ήταν η μοιραία συνέπεια της εγκληματικής ναζιστικής λογικής, που στιγματίζει ανεξίτηλα την πεπολιτισμένη Ευρώπη. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 02.08.2014)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντισημιτισμός
|