αποκαρδιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκαρδιώνω < απο- + καρδιά + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική dishearten)

Ρήμα[επεξεργασία]

αποκαρδιώνω (παθητική φωνή: αποκαρδιώνομαι)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]