ασούβλιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασούβλιστος < α- στερητικό + σουβλίζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασούβλιστος, -η, -ο

  1. που δεν τον έχουν σουβλίσει
    μ'αυτά που έγιναν πασχαλιάτικα, μας έμεινε και το αρνί ασούβλιστο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]