Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοάμυνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοάμυνα οι αυτοάμυνες
      γενική της αυτοάμυνας
    αιτιατική την αυτοάμυνα τις αυτοάμυνες
     κλητική αυτοάμυνα αυτοάμυνες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοάμυνα < αυτο- + άμυνα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autodéfense[1] [2] ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-defense[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτοάμυνα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 αυτοάμυνα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. αυτοάμυνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας