αφροδισία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αφροδισία < αρχαία ελληνική Ἀφροδισία, θηλυκό του Ἀφροδίσιος < Ἀφροδίτη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αφροδισία θηλυκό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη Αφροδίτη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αφροδισία
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αφροδισία - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αφροδισία - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)