αἰώρησις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἰώρησις αἰωρήσει αἰωρήσεις
Γενική αἰωρήσεως αἰωρησέοιν αἰωρήσεων
Δοτική αἰωρήσει αἰωρησέοιν αἰωρήσεσι(ν)
Αιτιατική αἰώρησιν αἰωρήσει αἰωρήσεις
Κλητική αἰώρησι αἰωρήσει αἰωρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἰώρησις < αἰωρέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἰώρησις θηλυκό

  1. κρέμασμα
  2. το να κρατά κανείς κάτι μετέωρο στον αέρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]