μετέωρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μετέωρος | η | μετέωρη | το | μετέωρο |
| γενική | του | μετέωρου | της | μετέωρης | του | μετέωρου |
| αιτιατική | τον | μετέωρο | τη | μετέωρη | το | μετέωρο |
| κλητική | μετέωρε | μετέωρη | μετέωρο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μετέωροι | οι | μετέωρες | τα | μετέωρα |
| γενική | των | μετέωρων | των | μετέωρων | των | μετέωρων |
| αιτιατική | τους | μετέωρους | τις | μετέωρες | τα | μετέωρα |
| κλητική | μετέωροι | μετέωρες | μετέωρα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετέωρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετέωρος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /meˈte.o.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τέ‐ω‐ρος
Επίθετο
[επεξεργασία]μετέωρος, -η, -ο
- που αιωρείται πάνω από το έδαφος, χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση
- ※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
- (μεταφορικά) που βρίσκεται σε αβεβαιότητα ή σε αναμονή
- (ειδικότερα) που δεν έχει αποφασίσει ακόμη
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μετέωρος
Πηγές
[επεξεργασία]- μετέωρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μετέωρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετέωρος < επικός τύπος μετήορος με αντιμεταχώριση < (μετά) μετ- + θέμα ἀορ- με έκταση του ⟨α⟩ λόγω της σύνθεσης, μεταπτωτικής βαθμίδας του ἀείρω / αἴρω (σηκώνω). Δεν συνδέεται με την ἀήρ, γενική ἀέρος, όπως γράφει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες, (στίχος 264) Ὦ δέσποτ᾿ ἄναξ, ἀμέτρητ᾿ Ἀήρ, ὃς ἔχεις τὴν γῆν μετέωρον[1]
Επίθετο
[επεξεργασία]μετέωρος, -ος, -ον
- αιωρούμενος, ανυψωμένος από τη γη στον αέρα, κρεμασμένος στο κενό, σηκωτός
- αυτός που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος
- μετέωρα χωρία: περιοχές με μεγάλο υψόμετρο
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Πελοπίδας, 32,4
- καὶ πρὸς ἰσχυρὰ καὶ μετέωρα χωρία ἐμβαλὼν ἔκτεινε τοὺς πρώτους
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Πελοπίδας, 32,4
- μετέωρα χωρία: περιοχές με μεγάλο υψόμετρο
- (ναυτικός όρος) που βρίσκεται στην ανοικτή θάλασσα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 48
- ※ καθορῶσι τὰς τῶν Κερκυραίων ναῦς μετεώρους τε καὶ ἐπὶ σφᾶς πλεούσας
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 48
- (μεταφορικά) αβέβαιος, ασταθής
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 7
- ※ ἥ τε ἄλλη ῾Ελλὰς ἅπασα μετέωρος ἦν
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 2, 7
- κυμαινόμενος, διστακτικός, αβέβαιος
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἰσοκράτης, Ἐπιστολαί, 1. (Διονυσίῳ), 10
- Οὕτω τὰ μετέωρα τῆς τύχης κινήματα ἐκστῆναί σε τῆς πάλαι θεωρίας ἠνάγκασαν
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἰσοκράτης, Ἐπιστολαί, 1. (Διονυσίῳ), 10
- «τὰ μετέωρα» (ουσιαστικοποιημένο):
- τα ουράνια σώματα, τα φυσικά φαινόμενα
- tα υψηλά και ουράνια δυσκολονόητα νοήματα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 228
- ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Οὐ γὰρ ἄν ποτε/ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 228
- ὄμματα μετέωρα (μάτια που εξέχουν, γουρλωτά) ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 4.1
παραθετικά
[επεξεργασία]μετεωρότερος | μετεωρότατος | |
μετεώρως | μετεωρότερον | μετεωρότατα |
Συγγενικά
[επεξεργασία]Λέξεις με -μετεωρ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- μετέωρος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μετέωρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετ- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Ναυτικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ισοκράτη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)