βαθμοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαθμοφόρος οι βαθμοφόροι
      γενική του βαθμοφόρου των βαθμοφόρων
    αιτιατική τον βαθμοφόρο τους βαθμοφόρους
     κλητική βαθμοφόρε βαθμοφόροι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαθμοφόρος < βαθμός + -φόρος (< φέρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαθμοφόρος αρσενικό

  • στον στρατό, αυτός που φέρει βαθμό ανώτερο του στρατιώτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]