Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιλαέτι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βιλαέτι τα βιλαέτια
      γενική του βιλαετιού των βιλαετιών
    αιτιατική το βιλαέτι τα βιλαέτια
     κλητική βιλαέτι βιλαέτια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιλαέτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική vilậyet < αραβική ولاية (wilāyat, επαρχία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιλαέτι ουδέτερο

  1. διοικητική περιφέρεια υπό τη διοίκηση του βαλή, το βαλελίκι
  2. (κατ’ επέκταση) περιοχή επικυριαρχίας
  3. εδαφική περιοχή, νομός (καζάς)
    ※  Το βιλαέτι των Αδάνων τελούσε υπό γαλλική κατοχή, η Ούρφα, η Μαράς και η Αντέπ ήταν στην κατοχή των Βρετανών, η Κόνια και η Αντάλια στην κατοχή των Ιταλών. Η Μερτζιφόν και η Σαμψούντα είχαν καταληφθεί από βρετανικά στρατεύματα. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • τι το πέρασες εδώ; βιλαέτι σου; : όταν καποιος συμπεριφέρεται αυταρχικά σε ξένο χώρο ή ξεπερνά τα όρια

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]