Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιοπάλη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η βιοπάλη
      γενική της βιοπάλης
    αιτιατική τη βιοπάλη
     κλητική βιοπάλη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιοπάλη ήδη από το 1896[1] < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική φράση lutte pour la vie ή από την αγγλική struggle for life (αγώνας για τη ζωή, αγώνας επιβίωσης). Μορφολογικά αναλύεται σε βιο- + πάλη.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vi.oˈpa.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βιοπάλη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιοπάλη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • ο καθημερινός αγώνας (ιδίως των φτωχών) για την εξασφάλιση των αναγκαίων για την επιβίωση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βιοπάλη, σελ.214, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου