βιοπάλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βιοπάλη
γενική βιοπάλης
αιτιατική βιοπάλη
κλητική βιοπάλη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοπάλη < βίος (ζωή) + πάλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοπάλη θηλυκό μόνο στον ενικό

  • ο καθημερινός αγώνας για να εξασφαλίσει κανείς τα αναγκαία για την επιβίωση
  • σκληρή εργασία με μικρή αμοιβή
  • η εργασία, ο μόχθος, ο αγώνας των φτωχών εργαζομένων για την επιβίωσή τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]