βοσκαρίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Δεν υπάρχει πηγή για τις διαλέκτους sarri.greek (συζήτηση) 19:02, 1 Αυγούστου 2019 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοσκαρίδι βοσκαρίδια
γενική βοσκαριδιού βοσκαριδιών
αιτιατική βοσκαρίδι βοσκαρίδια
κλητική βοσκαρίδι βοσκαρίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοσκαρίδι < βοσκαρίδιον υποκοριστικό του βοσκός → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοσκαρίδι ουδέτερο

  1. ο νεαρός βοσκός (στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • το συνώνυμο βοσκαρουδάκι (στη κρητική διάλεκτο) στη ναξιακή διάλεκτο εκλαμβάνεται ως βοσκοπούλα όπως κοπελουδάκι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]