βοσκότοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοσκότοπος βοσκότοποι
γενική βοσκότοπου βοσκότοπων
αιτιατική βοσκότοπο βοσκότοπους
κλητική βοσκότοπε βοσκότοποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοσκότοπος < βοσκή + τόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοσκότοπος αρσενικό

  • οποιαδήποτε περιοχή κατάλληλη για ελεύθερη βοσκή, π.χ. λιβάδια, κατάφυτες πλαγιές βουνών κ.λπ. όπου παρέχουν πλούσια χορτονομή

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]