βρεφοκόμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρεφοκόμος βρεφοκόμοι
γενική βρεφοκόμου βρεφοκόμων
αιτιατική βρεφοκόμο βρεφοκόμους
κλητική βρεφοκόμε βρεφοκόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρεφοκόμος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρεφοκόμος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός/αυτή που φροντίζει τα βρέφη σε νοσοκομείο, μαιευτήριο, κλινική, βρεφοκομείο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]