βυνοσάκχαρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βυνοσάκχαρο βυνοσάκχαρα
γενική βυνοσακχάρου
& βυνοσάκχαρου
βυνοσακχάρων
& βυνοσάκχαρων
αιτιατική βυνοσάκχαρο βυνοσάκχαρα
κλητική βυνοσάκχαρο βυνοσάκχαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυνοσάκχαρο < βύνη (< ελληνιστική κοινή βύνη) + -ο- + σάκχαρο (< ελληνιστική κοινή σάκχαρον < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱorkeh-: άμμος, πέτρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.nɔ.ˈsak.xa.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βυνοσάκχαρο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]