Μετάβαση στο περιεχόμενο

γεώμηλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γεώμηλο τα γεώμηλα
      γενική του γεωμήλου
& γεώμηλου
των γεωμήλων
    αιτιατική το γεώμηλο τα γεώμηλα
     κλητική γεώμηλο γεώμηλα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γεώμηλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γεώμηλ(ον) + -ο, κατά προσαρμογή στην δημοτική.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝeˈo.mi.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐ώ‐μη‐λο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γεώμηλο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]