γεώμηλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γεώμηλο | τα | γεώμηλα |
| γενική | του | γεωμήλου & γεώμηλου |
των | γεωμήλων |
| αιτιατική | το | γεώμηλο | τα | γεώμηλα |
| κλητική | γεώμηλο | γεώμηλα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γεώμηλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γεώμηλ(ον) + -ο, κατά προσαρμογή στην δημοτική.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝeˈo.mi.lo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐ώ‐μη‐λο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γεώμηλο ουδέτερο
- άλλη μορφή του γεώμηλον
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεώμηλο
|
→ δείτε τη λέξη πατάτα |
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)