Μετάβαση στο περιεχόμενο

γρασαδοράκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γρασαδοράκι τα γρασαδοράκια
      γενική
    αιτιατική το γρασαδοράκι τα γρασαδοράκια
     κλητική γρασαδοράκι γρασαδοράκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γρασαδοράκι < γρασαδόρος + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γρασαδοράκι ουδέτερο